Η Οπλιτική φάλαγγα ήταν πολεμική τακτική που άρχισαν να χρησιμοποιούν οι Έλληνες κατά τις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ.. Περιλάμβανε τους μαζικούς σχηματισμούς από βαριά οπλισμένο πεζικό, τους λεγόμενους οπλίτες. Οι οπλίτες πολεμούσαν σε σχηματισμούς κατά φάλαγγες.


Αν ο Αχαιός Επέτης, βαριά θωρακισμένος, λογχοφόρος αρματηλάτης ή ο σαρισσοφόρος των μινωικών και μυκηναϊκών στρατών αποτέλεσαν δυσάρεστες εκπλήξεις για τους αντιπάλους τους, η οπλιτική φάλαγγα αποτέλεσε τον καταλύτη, το μυστικό όπλο και τον πολλαπλασιαστή ισχύος των Ελλήνων απέναντι στις νέες προκλήσεις.

Η φάλαγγα σχηματιζόταν κατά ζυγούς. Όσο μεγαλύτερο ήταν το βάθος της σε ζυγούς, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η συνοχή της, αλλά και η δύναμη ωθισμού της. Η διατήρηση της τάξης ήταν ζήτημα πρωταρχικής σημασίας για τη φάλαγγα. Αρχικά οι οπλίτες ήταν εξοπλισμένοι και με ακόντια τα οποία εξακόντιζαν κατά των αντιπάλων πριν την επαφή των αντιπάλων φαλαγγών.

Βάθος, προσπέλαση, μάχη

Σταδιακά όμως τα ακόντια αποσύρθηκαν από το οπλοστάσιο του οπλίτη ακριβώς γιατί ο εξακοντισμός τους διατάρασσε την συνοχή της φάλαγγας. Η φάλαγγα αναπτυσσόταν σε βάθος 4, 6, 8, 12, 16 ή και 50, επί Επαμεινώνδα, ζυγών. Το σύνηθες βάθος της ήταν αυτό των 8 (απλή φάλανξ) και των 16 ζυγών (διπλή φάλανξ).


Οι Σπαρτιάτες, στους κλασικούς χρόνους, τάσσονταν συνήθως σε βάθος 6 (απλή φάλανξ) και 12 (διπλή φάλανξ) ζυγών. Το μικρότερο βάθος της σπαρτιατικής φάλαγγας αντισταθμιζόταν με το παραπάνω από την άριστη εκπαίδευση των Σπαρτιατών οπλιτών και ήταν απάντηση στην μόνιμη σχεδόν αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων τους. Ωστόσο το βάθος της σπαρτιατικής φάλαγγας μπορούσε να μεταβληθεί.

Αρχικά η φάλαγγα είχε το ίδιο βάθος ζυγών σε όλο το μήκος της παράταξης. Κατόπιν όμως, όπως αποδεικνύεται από τη μάχη του Μαραθώνα, και κυρίως από την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και έως την επανεμφάνιση της σάρισσας, το βάθος των ζυγών των διαφόρων τμημάτων της φάλαγγας ήταν μεταβλητό και εξαρτάτο από τις τακτικές συνθήκες.

Η σύγκρουση μεταξύ δύο αντιπάλων φαλαγγών διακρινόταν σε δύο φάσεις. Η πρώτη άρχιζε με την προσπέλαση. Συνήθως η φάλαγγα δεν δεχόταν στατικά την επίθεση της αντιπάλου. Κινούνταν κατά του αντιπάλου με τους άνδρες να ψάλλουν τον παιάνα ενώ τον ρυθμό έδιναν μουσικοί – συνήθως με αυλό. Οι οπλίτες κινούνταν με αργό και σταθερό βήμα, το οποίο επιτάχυναν όσο η απόσταση από τον αντίπαλο μειωνόταν.

Οι Σπαρτιάτες ήταν ονομαστοί για τον αργό, ρυθμικό βηματισμό τους – για να διατηρούν την τάξη και τη συνοχή τους – συνοδεία αυλού. Η απόσταση που χώριζε συνήθως τους αντίπαλους στρατούς δεν ξεπερνούσε τα 500 μέτρα. Στον Μαραθώνα όμως η απόσταση μεταξύ Ελλήνων και Περσών ήταν της τάξης των 1000 μέτρων.

Αφού, με το τρόπο που περιγράφηκε οι δύο φάλαγγες διέσχιζαν το μεταξύ τους διάστημα, οι οπλίτες συνασπίζονταν (τα γείσα των ασπίδων τους εφάπτονταν μεταξύ τους) και έπεφταν κυριολεκτικά επί των αντιπάλων τους, αφού πρώτα αλάλαζαν δυνατά. Οι ασπίδες των ανδρών του πρώτου ζυγού της μίας φάλαγγας εφάπτονταν με τις ασπίδες των αντιπάλων.






Οι άνδρες των δύο πρώτων ζυγών, πιεζόμενοι από τους άνδρες των πίσω ζυγών, έριχναν το βάρος τους επί των πολεμίων. Παράλληλα όμως δοράτιζαν τους αντιπάλους. Κατά την κρούση πολλά δόρατα καρφώνονταν στις απέναντι ασπίδες και έσπαζαν. Τότε οι οπλίτες έσερναν τα σπαθιά τους και, πάντοτε πιεζόμενοι από τους πίσω τους, προσπαθούσαν να πλήξουν τους εχθρούς.

Κατά τη φάση της οπλομαχίας οι απώλειες των αντιπάλων στρατών ήταν συνήθως ελάχιστες. Καλά προστατευμένοι πίσω από τους θώρακες και τις ευμεγέθεις ασπίδες τους, οι οπλίτες δεν ήταν εύκολο να πληγούν. Για καλύτερα αποτελέσματα το δόρυ εκρατείτο σε υψηλή λαβή, επάνω από το κεφάλι του οπλίτη.

Πρωταθλητές στον δορατισμό ήταν φυσικά και πάλι οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι ήταν τόσο καλά εκπαιδευμένοι στο να επιτυγχάνουν πλήγματα ακριβείας ώστε πολλές φορές δεκάτιζαν τους αντιπάλους πριν καν η φάλαγγα τους έρθει σε φυσική επαφή με την αντίπαλο.

Συνήθως όμως οι αντίπαλες φάλαγγες έμεναν επί ώρα σε στενή επαφή, με τους άνδρες τους να σπρώχνουν με τις ασπίδες τους το αντίπαλο τείχος ασπίδων και την κλαγγή των όπλων να δονεί την ατμόσφαιρα. Ακριβώς σε αυτή τη δεύτερη φάση, τη φάση του ωθισμού, ήταν που το βάθος, αλλά και η ρώμη, η αντοχή και η πειθαρχία των ανδρών της φάλαγγας αποφάσιζε το αποτέλεσμα.

Μια φάλαγγα ταγμένη σε διπλό βάθος (16 ζυγών) ήταν σχεδόν βέβαιο ότι ύστερα από ορισμένη ώρα θα επικρατούσε μιας απλής φάλαγγας βάθους 8 ζυγών, εκτός κι αν οι άνδρες της ήταν παντελώς άπειροι. Μια σύγκρουση τέτοιας μορφής ήταν ιδιαιτέρως κοπιαστική για τους πολεμιστές, οι οποίοι έφεραν επίσης επάνω τους εξοπλισμό συνολικού βάρους τουλάχιστον 30 κιλών.

Για να ανταπεξέλθουν της κοπώσεως των μαχητών, οι Έλληνες στρατηγοί της περιόδου εφάρμοζαν τον ελιγμό των διαδοχικών εμπλοκών συγκεκριμένου κάθε φορά αριθμού ζυγών της φάλαγγας, τηρώντας ουσιαστικά τακτικές εφεδρείες. Η καταπονημένοι ζυγοί οπλιτών, αντικαθιστούνταν τότε από τους εφεδρικούς. Η τακτική αυτή εφαρμόστηκε από τον Λεωνίδα στη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ.

Κάποια στιγμή η μια εκ των δύο φαλαγγών, είτε λόγω κοπώσεως, είτε λόγω μεγαλύτερου βάθους, είτε λόγω υπερκεράσεως της από την αντίπαλη, «έσπαγε», δηλαδή το μέτωπό της διαρρηγνυόταν. Αυτή ακριβώς η φάση ήταν η πλέον καταστροφική για τον ηττημένο. Έχοντας χάσει τους οργανικούς και φυσικούς του δεσμούς το τμήμα της διασπασμένης φάλαγγας καταντούσε μια ομάδα ατομικώς μαχόμενων οπλιτών, η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τους συντεταγμένους αντιπάλους του.

Συνήθως μετά τη θραύση του μετώπου τους οι ηττημένοι τρέπονταν σε φυγή καταδιωκόμενοι μέχρι ενός σημείου από τους νικητές. Οι φυγάδες, για να μπορούν να τρέχουν πιο γρήγορα πετούσαν τις ασπίδες τους – γίνονταν ριψάσπιδες.

Φυσικά οι ισχυρότεροι αντίπαλοι των Ελλήνων ήταν οι Έλληνες. Όταν οι οπλίτες αντιμετώπιζαν ξένους τα πράγματα για αυτούς ήταν συνήθως πιο απλά, εκτός και αν οι πολέμιοι διέθεταν μεγάλη αριθμητική υπεροχή, καθιστάμενοι ικανοί να υπερφαλαγγίσουν την φάλαγγα.






Η μεγάλη αδυναμία της φάλαγγας ήταν η ευαισθησία του δεξιού της πλευρού, εκεί όπου ο ακρότατος οπλίτης δεν είχε δίπλα του κανέναν συνάδελφό του να τον καλύψει. Για αυτό, παραδοσιακά, στο δεξιό κέρας των ελληνικών οπλιτικών φαλαγγών τάσσονταν οι πλέον επίλεκτοι άνδρες.

Εάν ο αντίπαλος διέθετε λογική αριθμητική η υστερούσα φάλαγγα μπορούσε να επεκτείνει το μέτωπο της, μειώνοντας το βάθος των ζυγών της. Απέναντι όμως σε αντιπάλους όπως οι Πέρσες, οι οποίοι διέθεταν συντριπτική αριθμητική υπεροχή έπρεπε να βρεθούν άλλες λύσεις. Έτσι στον Μαραθώνα ο Μιλτιάδης έταξε τα δύο κέρατα της φάλαγγας σε βάθος 8 ζυγών και το κέντρο σε βάθος 4 μόλις ζυγών. Οι Πέρσες τάσσονταν σε σχηματισμούς «σπαραμπάρα», σε βάθος ως και 100 ανδρών.

Όμως μόνο ο πρώτος ζυγός των ανδρών διέθετε ασπίδες. Όλοι οι υπόλοιποι έφεραν μόνο ένα κοντό δόρυ, εγχειρίδιο και τόξο. Έτσι, μόλις οι Έλληνες, εφαρμόζοντας την τακτική του ωθισμού, «έσπαζαν» τον πρώτο ζυγό των ασπιδοφόρων Περσών, οι υπόλοιποι απλώς άρχισαν να σφαγιάζονται από τα ελληνικά δόρατα. Στις Πλαταιές συνέβη κάτι αντίστοιχο, ώσπου Τεγεάτες και Σπαρτιάτες εξόρμησαν, διέσπασαν και πάλι την περσική γραμμή των ασπιδοφόρων και κατέσφαξαν τους Πέρσες τοξότες.

Σταδιακά οι τακτικές χρήσης της φάλαγγας αναπτύχθηκαν. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος απετέλεσε το μεγάλο πολεμικό σχολείο των Ελλήνων στρατηγών. Ο εξοπλισμός του οπλίτη έγινε ελαφρύτερος, με την εγκατάλειψη του θώρακα και των κνημίδων. Τότε εμφανίστηκε και ο τύπους του Εκδρόμου οπλίτη.

Οι Έκδρομοι ήταν συνήθως οι νεώτεροι σε ηλικία, οι οποίοι ήταν από σκοπού αθωράκιστοι, ώστε να είναι ταχύτεροι και πιο ευέλικτοι. Αποτελούσαν τον προπομπό της φάλαγγας και καταδίωκαν τους αντίπαλους ψιλούς και πελταστές που την καθήλωναν με τα βλήματά τους. Αναλάμβαναν επίσης την καταδίωξη των ηττημένων αντιπάλων.

Η φάλαγγα έγινε πολύ πιο ευέλικτη και ικανή να μετασχηματίζεται αναλόγως των τακτικών αναγκών. Από τον παραλληλόγραμμο μονολιθικό σχηματισμό που αρχικά είχε αναπτύσσονταν πια σε πληθώρα σχηματισμών μάχης και προσπέλασης – κυρτό, κοίλο, σε επικαμπή, έμβολο, κοιλέμβολο, εσπαρμένον, παραγωγής, σύζευξις κ.α.

Η ευελιξία αυτή επετεύχθη με την διαίρεση της φάλαγγας σε τακτικές υπομονάδες. Υπομονάδες υπήρχαν από την εποχή της επινόησης του συγκεκριμένου σχηματισμού, αλλά είχαν ρόλο περισσότερο παραδοσιακό – φυλετικό και όχι τόσο χρηστικό. Βασική υπομονάδα ήταν ο λόχος, ο οποίος όμως, αναλόγως της πόλης και της εποχής μπορούσε να περιλαμβάνει από 100 έως 300 άνδρες.

Επικεφαλής του λόχου ήταν ο λοχαγός. Στους κλασικούς χρόνους η δύναμη του λόχου ήταν 100 άνδρες. Αργότερα συγκροτήθηκαν και άλλες μονάδες, οι οποίες περιελάμβαναν έναν αριθμό λόχων. Χαρακτηριστική είναι η τακτική χρήση των λόχων οπλιτών όπως εμφανίζεται από τον Ξενοφώντα στην “Κύρου Ανάβασις” και στην “Κάθοδο των Μυρίων“.

Τέτοιες μονάδες, επιπέδου «τάγματος» θα λέγαμε, ήταν η σπαρτιατική Μόρα, δυνάμεως 400 –600 ανδρών ή το σύνταγμα η δύναμη του οποίου διέφερε από πόλη σε πόλη και από εποχή σε εποχή. Μικρότερες του λόχου υπομονάδες στον σπαρτιατικό στρατό ήταν οι πεντηκοστύες (συνήθως δύο ανά λόχο) και οι ενωμοτίες (δύο ανά πεντηκοστύα). Παρόμοιες υποδιαιρέσεις του λόχου υπήρχαν και στους λοιπούς ελληνικούς στρατούς. Η αντίστοιχη της ενωμοτίας υπομονάδα στους άλλους στρατούς ήταν ο στοίχος (16 άνδρες).






Απόγειο

Από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τον 4ο αιώνα π.Χ. η φάλαγγα, ως σχηματισμός μάχης εξελίχθηκε και προσαρμόστηκε στις νέες συνθήκες, αλλά και στα νέα «όπλα» που έκαναν την επανεμφάνιση τους στα ελληνικά πεδία μαχών (ιππικό, πελταστές). Η φάλαγγα όμως έμελλε να φτάσει στο απόγειο εξέλιξης της ακριβώς τον 4ο αιώνα από το περίφημο δίδυμο των Θηβαίων στρατηγών Επαμεινώνδα και Πελοπίδα.

Οι Θηβαίοι στρατηγοί, λόγω και της μικρής δύναμης του θηβαϊκού στρατού, επινόησαν μια νέα μέθοδο ανάπτυξης της φάλαγγας, τη Λοξή Φάλαγγα. Οι δύο Θηβαίοι στρατηγοί αντελήφθησαν πως με τις μικρές τους δυνάμεις ήταν αδύνατο να ανταπεξέλθουν των αντιπάλων στρατών και κυρίως του σπαρτιατικού.

Για αυτό σκέφθηκαν έναν άλλο τρόπο παράταξης του στρατού τους ο οποίος θα εξουδετέρωνε ή έστω θα αδρανοποιούσε τους υπεράριθμους αντιπάλους τους. Η τακτική της λοξής φάλαγγας ήταν απλή. Ο στρατός χωριζόταν σε δύο κέρατα, το επιθετικό και το αμυντικό.

Το επιθετικό κέρας προικοδοτούνταν με τον κύριο όγκο των οπλιτών, τη μάζα διάρρηξης, ταγμένη σε πολύ μεγάλο βάθος, έως και 50 ζυγών. Το υπόλοιπο μέτωπο της παράταξης σχηματιζόταν από το αμυντικό κέρας, μια λεπτή φάλαγγα οπλιτών, με βάθος όχι μεγαλύτερο των 8 ζυγών. Τα πλευρά καλύπτονταν από ιππικό και ελαφρά τμήματα.

Με τον τρόπο αυτό, ανεξάρτητα με την αριθμητική ισχύ του αντιπάλου, οι δύο Θηβαίοι στρατηγοί κατόρθωναν να επιτυγχάνουν καταλυτική, τοπική αριθμητική υπεροχή στο προεπιλεγμένο σημείο του εχθρικού μετώπου. Με την εφαρμογή της τακτικής της λοξής φάλαγγας, το οπλιτικό σύστημα του μάχεσθαι είχε φθάσει στο απόγειο του.
Loading...
featuredpost/ΕΛΛΑΔΑ,ΤΑΞΙΔΙΑ,ΠΟΛΙΤΙΚΗ
featuredpost/ΚΟΙΝΩΝΙΑ,ΓΥΝΑΙΚΑ,ΖΩΔΙΑ
Από το Blogger.