Είχε πολλές ερωτήσεις. Τις ίδιες και τις ίδιες πάντα. Συνέχιζε να με ρωτά και απαιτούσε απαντήσεις. Ήταν αποφασισμένος να τις πάρει. «Με αγαπάς;», «Θα είσαι δίπλα μου για πάντα;», «Το ορκίζεσαι;», «Ορκίζεσαι ότι δεν θα με αφήσεις ποτέ ό, τι κι αν συμβεί;».

Στεκόμουν στη γωνία του δωματίου τρέμοντας από φόβο. Αιμορραγούσα και πονούσα σε όλο μου το σώμα. Τι άλλο άραγε μου επιφυλάσσει αυτή η μοιραία νύχτα; Ακόμα και σήμερα οι μνήμες κατακλύζουν το μυαλό μου και παίζουν σαν ταινία σε σινεμά.

Το μυαλό μου γυρνά πίσω, σε εκείνο το ηλιόλουστο, σαββατιάτικο απόγευμα. Ήμουν σπίτι μου και έψαχνα να ασχοληθώ με κάτι για να «σκοτώσω» την ώρα μου. Έφτιαχνα μία λίστα με όλα όσα είχα να κάνω την εβδομάδα που ερχόταν, όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Απάντησα χαμογελώντας ζεστά και είπα «Καλώς τον μου».

Ακούστηκε αηδιασμένος λες και περίμενε άλλη απάντηση. «Τι καλώς τον μου και αηδίες είναι αυτές; Άντε σοβαρέψου μεγάλη κοπέλα». Το προσπέρασα και τον ρώτησα τι κάνει. Μου είπε ότι σκόπευε να περάσει από το συνεργείο ενός φίλου του να πάρει το μηχανάκι του και με ρώτησε αν ήθελα να πάω μαζί του.

Κοίταξα έξω. Είχε ακόμα πολλή ζέστη γι’ αυτό αρνήθηκα. Επέμενε. Του είπα για μία ακόμα φορά όχι. Τότε άρχισε να φωνάζει. Είχε εκνευριστεί και από τα νεύρα του δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε.

Το μυαλό μου πέταξε γρήγορα σε ένα άλλο σκηνικό, το πιο βάρβαρο απ’ όλα που με σημάδεψε για πάντα.

Προσπαθούσα να τον πετάξω έξω από το σπίτι μου, αλλά η δύναμή μου δεν αρκούσε. Σηκώθηκα και του ζήτησα να φύγει. Έτρεξα προς την πόρτα για να την ανοίξω ξανά, αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα ξανά στο πάτωμα. Με έσπρωξε τόσο γρήγορα και βίαια που έπεσα κάτω ουρλιάζοντας από τον πόνο. Ήταν δυνατός, πολύ πιο δυνατός απ’ ότι πίστευα. Η καρδιά μου χτυπούσε πολύ γρήγορα και ο τρόμος με είχε παραλύσει. Με έπιασε από τα μαλλιά, με έσυρε στην άλλη γωνία του δωματίου και με πέταξε εκεί. Φώναξε «Όλα θα τελειώσουν ΤΩΡΑ ΜΩΡΗ».

Πόσο ωραία περνάγαμε κάποτε. Πόσο διαφορετικός ήταν; Πώς βρέθηκα ξαφνικά σε αυτή την κατάσταση χωρίς καν να το καταλάβω;

Η σκέψη μου επέστρεψε στο παρόν. Στεκόταν δίπλα μου και ανάσαινε βαριά στο αυτί μου. Μου έκανε ερωτήσεις, που δεν είχα απάντηση να δώσω. Από τον πόνο το σώμα μου είχε μουδιάσει και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να γνέψω αρνητικά. Ακολούθησε ένα δυνατό χαστούκι στο μάγουλο. Προσπάθησα να πιάσω το κινητό μου, αλλά το πήρε και το έβαλε στην τσέπη του. Ήμουν μόνη και αβοήθητη, μάτωνα. Ποτέ δεν περίμενα να μου κάνει κάτι τέτοιο.

Ήμουν θυμωμένη για το πως είχα καταντήσει και αισθανόμουν χάλια. Μάζεψα όσο θάρρος μου είχε απομείνει και σηκώθηκα όρθια.

Με έσπρωξε και πάλι δυνατά. Έτρεξα προς το μπαλκόνι, αλλά με άρπαξε από το πόδι και με πέταξε και πάλι στη γωνία ρίχνοντας μου ένα χαστούκι ακόμα. Έπεσα με το κεφάλι στο πάτωμα. Το μόνο που θυμάμαι είναι ο πόνος και το κεφάλι μου να γυρίζει από τη ζάλη. Ο πόνος σταμάτησε μετά από λίγο, αλλά όχι τα δάκρυα. Όλο μου το σώμα ήταν μουδιασμένο. Δεν ένιωθα τίποτα.

Σηκώθηκα για μία τελευταία φορά και έτρεξα προς το μπάνιο. Ήθελα να κλειδωθώ εκεί και να μην ξαναβγώ ποτέ. Με ακολούθησε και κατάφερα να του αρπάξω το τηλέφωνο από την τσέπη.

Του είπα ότι έπρεπε να πάρω τηλέφωνο τη μητέρα μου και με άφησε μόνο, αν ήταν και ο ίδιος μπροστά. Η μητέρα μου τρόμαξε όταν με άκουσε να κλαίω «Τι έπαθες; Γιατί κλαις;». Δεν με άφηνε να της πω την αλήθεια, έτσι της είπα ψέματα. «Μου λείπεις, αυτό είναι όλο». Εκείνη όμως κατάλαβε. «Σε χτυπάει;».

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ, όταν άκουσα αυτές τις κουβέντες. Μία κραυγή πόνου βγήκε αβίαστα από το στόμα μου, αλλά και πάλι δεν της είπα την αλήθεια. Απλά έκλεισα το τηλέφωνο.

Μου άρπαξε το τηλέφωνο μέσα από τα χέρια και το έβαλε και πάλι στην τσέπη του. Δοκίμασα για μία ακόμα φορά να τρέξω προς το μπαλκόνι και τα κατάφερα. Άρχισα να ουρλιάζω βοήθεια, μα με άρπαξε από τα μαλλιά και με έσυρε στο σπίτι πριν προλάβει να με αντιληφθεί κάποιος. Με έριξε στο πάτωμα και ακόμα θυμάμαι τα χέρια του να με πνίγουν. Χτυπούσε το κεφάλι μου στο πάτωμα και πίεζε το λαιμό μου. Δεν μπορούσα ούτε να ουρλιάξω.

Τα χείλη μου έτρεχαν αίμα, το κεφάλι μου γύριζε σβούρες, τα χέρια μου και τα πόδια μου ήταν γεμάτα μελανιές του και πνιγόμουν. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν ένιωθα τίποτα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έκλαιγα τόσο πολύ που τα μάτια μου είχαν θολώσει.

Πώς μπορούσα να αφήσω κάτι τέτοιο να συμβεί σε εμένα; Αυτό ήταν το τέλος μου; Ο πόνος ήταν αβάσταχτος. Με έπνιγε και δεν μπορούσα να αντιδράσω. Με χτυπούσε σαν να ήμουν κάτι άψυχο. Δεν υπήρχε ζωή μέσα μου. Όλο μου το σώμα ήταν μία μελανιά και το πρόσωπό μου πρησμένο.

Με άφησε μόνο και μόνο για να με δει να αιμορραγώ και να χαίρεται για τη ζημιά που μου είχε κάνει. Έκατσε σε μία άκρη και μου είπε «Δες τι με ανάγκασες να κάνω. Αν μου είχες δώσει τις απαντήσεις που ήθελα, δεν θα σου είχα κάνει ποτέ κάτι τέτοιο». Με πλησίασε ξανά, αλλά αυτή τη φορά για να σκουπίσει το αίμα από το πρόσωπό μου.

Ήταν τέτοια η αηδία που ένιωθα για εκείνον που αποτραβήχτηκα και δεν τον άφησα.

Έφαγα άλλο ένα δυνατό χαστούκι και έτσι αναγκάστηκα να τον αφήσω. Με σκούπισε απαλά σαν να ήμουν μωρό. Δεν είχα το θάρρος να του πω όχι, ούτε καν να το κοιτάξω. Μετά από λίγο έβαλε τα κλάματα. Τον κοίταξα και είδα τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό του. Τον ρώτησα θυμωμένη « Γιατί κλαις;». Κι άλλο χαστούκι. «Σε αγαπούσα», μου είπε.

Δεν του ξαναείπα λέξη. Έκλαιγα και αιμορραγούσα, τίποτε άλλο. Είχα χάσει κάθε ελπίδα. Δεν είχα δύναμη να πολεμήσω.

Άκουσα απ’ έξω τις σειρήνες του περιπολικού. Ήθελα τόσο πολύ να βγω και να τους φωνάξω. Μόνο αυτοί είχαν τη δύναμη να με σώσουν από το μαρτύριο μου. Ήξερα ότι αν δεν έκανα κάτι εκείνη την ημέρα, θα πέθαινα. Και όμως δεν μπορούσα να τον αφήσω να με σκοτώσει.

«Αν σε καταγγείλω ξέρεις τι θα γίνει έτσι;». Δεν ξέρω αν φοβήθηκε ή αν είχε κουραστεί να με χτυπάει. Δοκίμασε να φύγει, αλλά επέστρεψε. Με άρπαξε από τα χέρια και με κόλλησε στον τοίχο. Είχαμε περάσει τόσες πολλές ωραίες στιγμές μαζί, αλλά τώρα με έκανε να νιώθω πιο άθλια από ποτέ. Ο πόνος διαπερνούσε την καρδιά και το σώμα μου. Με κοίταξε για μία τελευταία φορά και μου είπε «Το μόνο που σου ζήτησα ήταν απαντήσεις, αλλά δεν μου τις έδωσες ποτέ».

Εκεί τελείωσαν όλα. Έβαλε τα παπούτσια του και σηκώθηκε και έφυγε. Επιτέλους έφυγε.

Έμεινα μόνη να ακροβατώ ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Έμεινα για λίγα λεπτά καθισμένη στο πάτωμα προσπαθώντας να δεχτώ όλα όσα είχαν συμβεί μόλις τώρα. Τον αγαπούσα και μου φέρθηκε έτσι.

Όχι, δεν θα έκλαιγα άλλο. «Χάραξε» την ψυχή και το σώμα μου. Δεν ήμουν παρά μία αδύναμη που δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει τον εαυτό της. Δοκίμασα το ίδιο μου το αίμα και στο τέλος έμεινα εκεί να ουρλιάζω και να θέλω να αυτοκτονήσω.

Έχουν περάσει αρκετοί μήνες από τότε και οι εφιάλτες δεν έχουν φύγει. Κάθε φορά που μπαίνω σπίτι μου ανατριχιάζω. Πολλές φορές ξυπνάω μέσα στη νύχτα κλαίγοντας και κάθε μέρα ζω με το φόβο ότι θα επιστρέψει και θα μου κάνει το ίδιο. Δεν τον ξαναείδα από τότε και ούτε θέλω.

Φοβάμαι, αλλά δεν θα αφήσω το φόβο να μου κυριεύσει τη ζωή. Κάποτε θα το ξεπεράσω. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ όλα όσα μου συνέβησαν εκείνο το βράδυ. Το βράδυ που άλλαξε όλη μου η ζωή.
Loading...
featuredpost/ΕΛΛΑΔΑ,ΤΑΞΙΔΙΑ,ΠΟΛΙΤΙΚΗ
featuredpost/ΚΟΙΝΩΝΙΑ,ΓΥΝΑΙΚΑ,ΖΩΔΙΑ
Από το Blogger.