Μια βόλτα στη Θεσσαλονίκη του 1912 | in.gr

Έλενα Χουζούρη

Περπατάς και διασχίζεις τη Σεβρή Πασά με τις τράπεζες στη σειρά, τις ευρωπαϊκές και την οθωμανική, και βλέπεις τώρα κόσμο να έχει συγκεντρωθεί απ’ έξω και να συζητάει. Μπλέκονται τα κόκκινα φέσια με τα κομψά ευρωπαϊκά καπέλα, τα καφτάνια με τα σκούρα κουστούμια, ανακατεύονται εκείνες οι γλώσσες που ο Γάλλος ανθρωπογεωγράφος βρήκε τόσο ίδιες και τόσο διαφορετικές μαζί, μια βοή, ένα κύμα σκόνης ανεβαίνει και να, ένα άγημα του τουρκικού ιππικού περνάει καλπάζοντας προς τη βορειοδυτική πλευρά της πόλης.

Τα πρώτα πολεμικά ανακοινωθέντα έχουν αρχίσει να έρχονται, αφού οι στρατοί της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου έχουν τρεις μέρες που συγκρούονται με το στρατό της Αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος λοιπόν είναι εδώ, Στέφανε. Κι εσύ είσαι μόνος σ’ αυτή την ξένη πολιτεία. Τώρα θα έπρεπε να είναι εδώ εκείνος ο φλύαρος αλλά γενναιόδωρος φίλος της μάμης σου, ο Εμμανουήλ Ματζιουρίδης. Θα μπορούσε ίσως αυτός ο παντογνώστης να σου εξασφαλίσει έναν τρόπο να επιστρέψεις στο Μελένικο.

Κανείς όμως δεν μπορεί να σε βοηθήσει. Το μόνο που απομένει λοιπόν είναι να συνεχίσεις να περπατάς μέσα στην αναστατωμένη πολιτεία. Περνάς από το γνωστό για τα κεντήματα και τους πλισέδες του κατάστημα του Μουράτ Σουχουμπί, από το ελληνικό φαρμακείο με την επωνυμία «Πατρίς», που σου φαίνεται ότι κοροϊδεύει το γείτονά του, αλλά και όσους Τούρκους περνάνε από κει.

Παραπέρα, η ματιά σου ανεβαίνει σε μια διαφήμιση. Ασυναίσθητα στέκεσαι να τη διαβάσεις. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Σαν να κάνεις τη βόλτα σου ανέμελα όπως κάθε φορά που έρχεσαι προς τα δω. Η διαφήμιση μιλά για πράγματα που φέρνουν στον κόσμο ευθυμία. Τη διαβάζουμε μαζί σου: Εις το ζυθοπωλείον Πεντζίκη πωλείται ο πεφημισμένος διά την ωραίαν γεύσιν του ζύθος Φωμπράου Μονάχου εις φιάλας ψυχράς, διά χρήσιν οικογενειακήν. Η φιάλη, γρόσια 4. Η φιάλη της 1 λίτρας, γρόσια 5.

Κοντεύεις ήδη στην πλατεία της Σκάλας. Φάνηκε η μεγάλη επιγραφή των Στάιν. Κόσμος συγκεντρωμένος και εδώ. Τον προσπερνάς. Φτάνεις στην πλατεία. Τη διασχίζεις. Περνάς έξω από τα εστιατόρια, του Μπασταζίνι, του Πέτρου Κεφάλα, έξω από «Το σπήλαιον» του Μοντεχρήστου, έξω από του Προκόπη Ζήδρου, του Τσάκωνα, του Διονύση Δαλέτη, του Σπανάκα.

Και μόλις φτάνεις στη γωνία όπου η πλατεία συναντά την παραλιακή, περνάς και από το «Olympos Palace» του Τυφόξυλου και χωρίς να το θέλεις ακούς την απαλή, ελαφρώς ειρωνική φωνή του Κωνσταντίνου: «Που λέτε, μάγειρας σ’ αυτό το γκραν εστιατόριο ήταν ο μουσιού Μισέλ. Τι μουσιού και πράσινα άλογα, από τη Λιαρίγκοβα ήταν ο άνθρωπος, αλλά είχε περάσει ένα φεγγάρι από το Παρίσι κι είχε μάθει να φτιάχνει γαλλικά φαγιά. Ακόμη και τον κατάλογο τον είχε γραμμένο στα τουρκικά, στα ελληνικά και στα γαλλικά, s’il vous plaît. Το τι foie gras και φιλέτα à la Chateaubriand έχω φάει εκεί με τους δικούς μου δε λέγεται, άσε εκείνες τις potages, τι  à la Florentine, τι à la Madrilène, μέχρι και βατραχοπόδαρα με βούτυρο είχαμε φάει μια φορά». Εξανίστασαι, τι είναι αυτά που σκέφτομαι, έχουμε πόλεμο, πόλεμο.

Είσαι πια στην παραλιακή, πατάς επάνω στις ωραίες πλάκες του Αβδούλ Χαμίτ, αντικρίζεις τη θάλασσα, νιώθεις τις αισθήσεις σου να πάλλονται από τη μυρωδιά της και την αύρα της και ο πόλεμος χάνεται πάλι από τον ορίζοντά σου. Αχ, Στέφανε, κοίτα τώρα όσα μπορεί ασυννέφιαστα να χαρεί το μάτι και η ψυχή σου γιατί…

Ας αφήσουμε όμως το «γιατί» για αργότερα. Προς στιγμήν ο νεαρός Μελενίκιος εξακολουθεί να περπατά. Μια υγρασία τον τυλίγει καθώς περνά έξω από το αγαπημένο του «Splendit Palace». Μια κλεφτή ματιά στο μεγαλοπρεπές ξενοδοχείο και να οι εικόνες της ανέμελης ευτυχισμένης νιότης. Ο Μίλτος, ο Κωνσταντίνος κι εσύ στο φημισμένο για την ευρωπαϊκή του ατμόσφαιρα και πολυτέλεια ζαχαροπλαστείο του ισογείου. Πού κάθεστε; Α, ναι, σ’ ένα τραπέζι απέναντι ακριβώς από την είσοδο, για να παρακολουθείτε ποιος μπαίνει, αφού τις περισσότερες φορές όσοι μπαίνουν ανήκουν στους εξέχοντες πολίτες αυτής της πόλης…



Το ανωτέρω κείμενο, που ανήκει στο μυθιστόρημα Σκοτεινός Βαρδάρης (εκδόσεις Κέδρος, 2004), περιλαμβάνεται στη συλλογική έκδοση της Εταιρείας Συγγραφέων Τόποι της Λογοτεχνίας (εκδόσεις Καστανιώτη, 2015).

*Η Έλενα Χουζούρη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου και συνεχίζει να διαμένει. Στα γράμματα εμφανίζεται στην εφηβεία της δημοσιεύοντας ποιήματα στο περιοδικό «Λωτός». Το πρώτο της ποιητικό βιβλίο κυκλοφορεί το 1981 με τίτλο «Το Πρόσωπο και το Άλλο» (εκδόσεις Κέδρος).

Την ίδια χρονιά αρχίζει να δημοσιεύει και κριτικά κείμενα για τη λογοτεχνία σε αθηναϊκές εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Ταυτόχρονα εργάζεται ως δημοσιογράφος στον αθηναϊκό ημερήσιο και περιοδικό Τύπο σε πολιτιστικά θέματα και αργότερα αποκλειστικά βιβλίου.

Από το 1989 αρχίζει να παρουσιάζει βιβλίο βασικά στο ραδιόφωνο αλλά κατά καιρούς και στην τηλεόραση (ΕΡΤ). Από το 1992 έως το 1996 είχε τη διεύθυνση της ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη και από το 1996 έως το 1999 ήταν υπεύθυνη της ελληνικής λογοτεχνίας των εκδόσεων Λιβάνη. Πρότεινε και επιμελήθηκε τις σειρές «Γραφές της Αθωότητας» και «Ένα γράμμα για σένα» στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Το 2000-2001 οργάνωσε τη σειρά συζητήσεων «Λογοπαίγνια» για λογαριασμό του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Έχουν κυκλοφορήσει έξι ποιητικές συλλογές της, δύο μελέτες, ένα βιογραφικό δοκίμιο, μία ανθολογία, ένας συγκεντρωτικός τόμος με κριτικά σημειώματα για την ποίηση, ένα βιβλίο για παιδιά και ένα μυθιστόρημα.

Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις. Έργα της έχουν μεταφραστεί στα ρουμανικά, αγγλικά, σερβικά και βουλγαρικά.

Διετέλεσε γενική γραμματέας και αντιπρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.

*Τα στοιχεία που αφορούν τη ζωή και το έργο της Έλενας Χουζούρη προέρχονται από το διαδικτυακό τόπο της Εταιρείας Συγγραφέων (www.authors.gr).
Loading...
featuredpost/ΕΛΛΑΔΑ,ΤΑΞΙΔΙΑ,ΠΟΛΙΤΙΚΗ
featuredpost/ΚΟΙΝΩΝΙΑ,ΓΥΝΑΙΚΑ,ΖΩΔΙΑ
Από το Blogger.