Το μήνυμα ήταν σαφές. «Θέλω να μείνω μόνος, έτσι θα ‘μαι ήρεμος!». Και τι μπορείς να πεις; Την ηρεμία μας δεν πρέπει να την ξοδεύουμε για κανέναν, πολύτιμη για την εσωτερική μας ισορροπία, σεβαστή ανάγκη. Έτσι, κάπως εκβιαστικά, σαν να μην είχα άλλη επιλογή, πήρα την απόφασή μου, επέλεξα να φύγω, να πράξω όπως μου ζήτησες, να σε αφήσω να ηρεμήσεις. Αυτό ήθελες, αυτό είπα στον εαυτό μου ότι θα κάνω.

Κι εσύ ίσως σκέφτηκες ότι δε νοιάστηκα, ότι έφυγα κι έκλεισα την πόρτα. Ψέμα, αφού ακόμη κι όταν μαλώναμε ήμουν εδώ, άλλος έφευγε, άλλος είχε ανάγκη για αέρα. Πάντα υπομονετικά να περιμένω να φύγει ο καπνός απ’ τα νευρά σου για να με αγκαλιάσεις.

Η υπόσχεση ότι θα κοιμόμαστε μαζί τα βράδια –με ή χωρίς μαξιλάρια ανάμεσά μας– δεν τηρήθηκε παρά ελάχιστες φορές. Κι απ’ τα «Σ’ αγαπάω, καληνύχτα» περάσαμε στα «Καληνύχτα, δε θέλω να πούμε κάτι άλλο». Ποιον κοροϊδεύουμε;

Αναλύσεις κι υπεραναλύσεις, σκέψεις που με βασανίζουν, ίσως άσκοπα πλέον. Προσέχεις τώρα; Περνάς καλύτερα με άλλη συντροφιά; Περνάς! Το παραμύθι μας που τόσο αγαπήσαμε μοιάζει να έχει τέλος κακό, μας νίκησαν οι μάγισσες κι οι δράκοι , σε πήραν από εμένα εγωισμοί κι ανασφάλειες κι έμεινα εκεί, μουδιασμένα να κοιτάζω τη μορφή σου να απομακρύνεται. Κι όσο δύσκολη κι αν είναι η συνειδητοποίηση, πρέπει κάποια στιγμή να το δεχθώ.

Ο καιρός περνάει αργά όσο είμαστε χώρια κι όμως δεν το μετανιώνω∙ ξέρεις γιατί; Γιατί βλέπω πως έχεις βρει τους ρυθμούς σου, πως έχεις ηρεμήσει, χαμογελάς, κυκλοφορείς, επικοινωνείς. Γελάς, μου λένε, κι από μέσα μου χαίρομαι κι ας γελάς δίπλα σ’ άλλους και για άλλους. Έτσι πάει, όποιος αγαπάει θέλει ο άνθρωπός του να είναι καλά, με ή χωρίς εκείνον. Ίσως να με μισείς, να σκέφτεσαι τα χειρότερα για μένα, μα κι αυτό είναι κάτι, μια απόδειξη πως δεν ήμουν μια παρουσία απαρατήρητη στη ζωή σου.

Πέρσι τέτοιον καιρό λέγαμε τόσα. «Δε θα σε αφήσω ποτέ», «Δε θα πάψω στιγμή να σ’ αγαπάω». Υποσχέσεις για αιωνιότητες κι αισθήματα που δεν ξεθωριάζουν. Ξερές φράσεις και κούφια λόγια για τους πολλούς. Μα ξεχνιούνται οι πράξεις; Μένουν και στοιχειώνουν, υπενθυμίζουν όσα υπήρξαν κάποτε, και μένω κι εγώ να αγαπάω ακόμη.

Ήσουν εκεί όταν έπεσα, ήσουν εκεί όταν συνέχιζα να πέφτω, με βοήθησες να βρω το πάτημά μου, με έκανες να πεισμώσω, να επιμείνω και ξαφνικά μια μέρα θέλησες την ηρεμία σου. Κι έτσι αιφνίδια έχασα την απόδρασή μου απ’ όσα με έπνιγαν. Κι η δική μου ηρεμία; Πήγε περίπατο χωρίς επιστροφή. Μα εγώ όσα είπα τα εννοούσα.

Με καίει ακόμα, σε ψάχνω, ρωτάω για σένα γνωστούς και φίλους κι ακόμα κι αν δε σε νιώθω πια εδώ δε λέω να χωνέψω πως χάθηκαν όλα. Μαθαίνω για σένα, κρατάω μια θέση στη ζωή σου σαν παρατηρητής, σε κοιτάζω από μακριά και χαίρομαι που είσαι καλά.

Αν ποτέ σου λείψω (ξέρεις, εκείνο το «αν» της παρηγοριάς») να ξέρεις πως θα σε περιμένω!

Συντάκτης: Ελευθερία Γκαραβέλα
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη
Loading...
featuredpost/ΚΟΙΝΩΝΙΑ,ΓΥΝΑΙΚΑ,ΖΩΔΙΑ
featuredpost/ΕΛΛΑΔΑ,ΤΑΞΙΔΙΑ,ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Από το Blogger.