Του Νίκου Θεοφιλόπουλου.

Μου αρέσει να περπατώ την νύχτα στην Αθήνα. Μου θυμίζει την παλιά αρχοντική Αθήνα. Την πόλη που έλαμπε. Ίσως φταίει το ότι την νύχτα βλέπεις λιγότερα απ’ότι την μέρα, και μπορείς να φανταστείς την πόλη όπως θα την ήθελες. Και επειδή η ορατότητα μειώνεται, το μυαλό οξύνει τις άλλες αισθήσεις. Την μυρωδιά, την αφή, την ακοή.

Έτσι άκουσα τα βήματα πίσω μου, και κοντοστάθηκα. Ήταν μια γιαγιά που πουλούσε αναπτήρες. Με πλησίασε.

-Πάρτε έναν αναπτήρα με 50 λεπτά, μου πρότεινε.

-Σε ευχαριστώ καλή μου, αλλά έχω.

Χαμογέλασε καθώς με προσπερνούσε.

-Γιατί χαμογελάτε; Ρώτησα

-Συνήθως οι άνθρωποι γυρνούν το κεφάλι τους αλλού και δεν μου δίνουν σημασία. Ξέρεις, εγώ μικρή ονειρευόμουν να γίνω μπαλαρίνα. Μου άρεσε να χορεύω. Ήθελα να με κοιτούν όλοι να χορεύω, και χόρευα θαυμάσια. Αλλά τώρα…

Την έπιασε το παράπονο. Επέμεινα.

-Και; Τι έγινε λοιπόν; Κατάφερες να γίνεις μπαλαρίνα;

Αρχίσαμε να προχωράμε προς την Βασιλίσσης Σοφίας με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα.

-Για λίγο, ναι. Ήμουν 12 ετών όταν έκανα οντισιόν για μιαν όπερα. Ούτε που θυμάμαι ποια ήταν. Τους άρεσα πολύ. Μου είπαν να ξαναπάω μαζί με κάποιες άλλες κοπέλες που είχαν διαλέξει…Α!, θυμήθηκα. Η Λίμνη των Κύκνων ήταν…Μα πως το θυμήθηκα;!;!, απόρησε

-Μάλλον δεν το είχες ξεχάσει ποτέ, μου φαίνεται.

-Δεν φαίνεσαι μόνο, είσαι κι έξυπνος, μου είπε χαμογελώντας.

-Υπερβολές, απάντησα. Λοιπόν;

-Α, ναι…γύρισα σπίτι όλο χαρά. Το είπα στην μητέρα μου, αλλά την είδα συγκρατημένη. Ίσως να ήξερε. Σίγουρα ήξερε. Μετά ήρθε ο πατέρας μου. Στρατιωτικός. Δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Οι φωνές του ακούστηκαν σε ολόκληρο τον Χολαργό. «Θα ήταν ντροπή», είπε. «Είσαι κόρη συνταγματάρχη», είπε. Με έκλεισε στο δωμάτιο του κήπου, για μέρες. Ούτε σχολείο δεν με άφηνε να πάω. Όμως εγώ ήμουν διάολος. Θα πήγαινα, θα έκανα το δικό μου. Δεν θα τον άφηνα να του περάσει. Ήμουν πεισματάρα…ναι, είπε με φανερή νοσταλγία στα μάτια της. Ήμουν ο εαυτός μου, τότε. Φώναζα , έκλαιγα. Δεν έπαιρνε χαμπάρι, όμως αυτός ο κερατάς. Τα μεσημέρια που ήξερα την ώρα που γυρνούσε, φώναζα πιο δυνατά.
Επίτηδες για να με ακούσει. Τον είδα μια μέρα, από την χαραμάδα τις πόρτας, να μαλώνει με την μάνα μου. Της φώναζε «όχι δεν θα την αφήσω, τέλος», μετά την έβριζε, και μετά τις είπε κάτι άλλο περίεργο, «σε λίγες μέρες όλα θα αλλάξουν, και θα δείτε τι θα γίνει…θα δείτε τι θα γίνει». Αυτά είναι τα τελευταία λόγια που θυμάμαι από αυτόν.
Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, με είχε πάρει ο ύπνος, ήταν ένα ωραίο ανοιξιάτικο μεσημέρι, σαν αυτά που δεν θες να τελειώσουν ποτέ. Άνοιξε την πόρτα. Η μάνα μου νομίζω είχε πάει επίσκεψη σε μια φίλη της. Αυτός είχε τα κλειδιά. Αυτός ο πούστης. Με χτύπησε, αγόρι μου. Μου κοπανούσε το κεφάλι στον τοίχο. Μέχρι που λιποθύμησα. Περίμενε να συνέλθω ο καριόλης για να συνεχίσει με την ζώνη του. Με χτυπούσε σαν ζώο. Πονούσα. Πονούσα πολύ, αγόρι. Λιποθύμισα ξανά. Την δεύτερη φορά που συνήλθα ήμουν στο σπίτι. Από πάνω μου ήταν η μάνα μου.
Με φρόντιζε. Θυμάμαι τα μάτια της να κλαίνε, και τις πληγές στο πρόσωπο της να τρέχουν αίμα.

Έχει αρχίσει και δακρύζει εδώ και ώρα. Και το ίδιο κι εγώ.

-Αλλά τι στα λέω κι σένα…Αλλά να…Κάπου κάπου τα θυμάμαι.

-Συγγνώμη που σε έκανα να θυμηθείς κάτι άσχημο…Λυπάμαι ειλικρινά.

-Δε βαριέσαι…Άλλες έχουν περάσει χειρότερα από μένα.



Είχαμε φτάσει Σύνταγμα. Έβγαλα από το πορτοφόλι μου 10 ευρώ και της το πρότεινα.

-Δεν είμαι ζητιάνα, αγόρι. Αναπτήρες πουλάω. Δεν ζητιανεύω.

-Πόσοι αναπτήρες έχουν μείνει στο κουτί;

-(τους μετράει) Δώδεκα, μου λέει.

-Ωραία, φερ’τους, της λέω. Και τα ρέστα δικά σου.

-Τι θα τους κάνεις τόσους αναπτήρες;

-Κάθε φορά που θα ανάβω τσιγάρο, θέλω να θυμάμαι την μπαλαρίνα που πουλούσε αναπτήρες.

Χαμογέλασε. Έλαμψε το πρόσωπό της. Μου χάιδεψε το μάγουλο. Και γύρισε να φύγει. Έκανε τρια τέσσερα βήματα όταν γύρισε να με ξανακοιτάξει.

-Φύγαμε, αγόρι, φώναξε. Φύγαμε. Εγώ κι η μάνα μου πήγαμε στο χωριό. Το σκάσαμε μετά από κείνη τη μέρα.

-Θα σε ξαναπετύχω εδώ γύρω. Θα μου την πεις όλη την ιστορία, της φώναξα καθώς απομακρυνόταν.

-Εδώ θα είμαι. Δεν φεύγω.

Γύρισε. Με κοίταξε. Και έκανε την υπόκλιση που κάνουν οι μπαλαρίνες όταν τελειώσει ο χορός τους.

-Είμαι η μπαλαρίνα που πουλάει αναπτήρες, φώναξε. Έτσι δεν είναι έξυπνε μελαχροινέ; Ε; Έτσι δεν είναι;

-Έτσι είναι, της φώναξα. Έτσι.

Την νύχτα οι άνθρωποι αλλάζουν. Γίνονται αυτοί που θέλουν να είναι. Γίνονται ο εαυτός τους. Μου αρέσει να περπατάω την νύχτα στην Αθήνα. Βλέπεις όσα δεν βλέπεις την μέρα. Βλέπεις την ομορφιά της. Μυρίζεις το άρωμα της. Χαζεύεις τον χορό της. Τον χορό, μιας μπαλαρίνας που πουλάει αναπτήρες.

αναπνοές
Loading...

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ

featuredpost/ΖΩΔΙΑ,ΓΥΝΑΙΚΑ

ΣΑΣ ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ

featuredpost/ΔΙΑΦΟΡΑ,LIFESTYLE
Από το Blogger.