Αν σας πω, πείτε μου ποια γεγονότα της παιδικής και νεανικής σας ζωής ήταν αυτά που έδρασαν τόσο καταλυτικά στο να είστε αυτοί που είστε σήμερα, είμαι σίγουρη πως –πέρα από ένα-δύο προφανή περιστατικά, θα δυσκολευτείτε κι εσείς να απαντήσετε.

Από την άλλη, πάντα όριζα το τραύμα σαν κάτι τόσο ξεκάθαρα αποκαρδιωτικό, αδιαπραγμάτευτο, σαν μία κάθετη τομή στο στήθος ή στην πλάτη. Τη βλέπεις, δεν μπορείς να το αρνηθείς και σίγουρα μαντεύεις το πρόβλημα –στην αναπνοή ή στη στάση του σώματος. Όμως ο χειρότερος εχθρός είναι αυτός που δε γνωρίζεις ότι υπάρχει, που δεν προετοιμάζεσαι για να προστατευτείς, που ακόμα και μετά την επίθεση αγνοείς την ύπαρξή του.

Μέσα σου όμως κάτι έχει σπάσει. Κι έτσι ξεκινά ένα μακρύ ταξίδι βουβού, αόρατου και ανεξήγητου πόνου, μέχρι να σχηματιστεί η πληγή. Για να μπορέσεις επιτέλους να δεις την τομή που δεν ήξερες ότι υπήρχε, γιατί σε αντίθεση με τις άλλες ξεκινούσε από μέσα. Και μέσα δεν κάνει κανείς τον κόπο να κοιτάξει, παρά μόνο όταν είναι ήδη αργά.


Επομένως, είμαστε τελείως απροστάτευτοι ενάντια σε όλα εκείνα που δυνητικά μπορούν να μας βλάψουν; Είμαστε εντελώς άοπλοι ενάντια σε κείνα τα λόγια, σ’ εκείνες τις πράξεις που δίχως να το καταλάβουμε, την ίδια εκείνη στιγμή, αλλάζουν τη φορά της στρόφιγγας και η ζωή μας δεν είναι ποτέ πια η ίδια;

Φανταστείτε ένα παιδί χωρισμένων γονιών το οποίο μένει με τη μητέρα του, αλλά για λόγους βιοπορισμού, η τελευταία αναγκάζεται να λείπει σε άλλη πόλη λόγω εργασίας τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας, με αποτέλεσμα το παιδί να μεγαλώσει μέχρι την ηλικία των πέντε με τους παππούδες του. Κάθε φορά που η μητέρα έφευγε, το παιδί κολλούσε το πρόσωπό του στο παράθυρο και την κοιτούσε να απομακρύνεται, μένοντας εκεί για αρκετή ώρα. Δεν έκλαιγε, δε φώναζε, δεν τη ζητούσε. Μόνο κοιτούσε.

Μεγαλώνοντας το παιδί αυτό, μέχρι και σχεδόν την ηλικία των 30, αποζητούσε την έγκριση της μητέρας του σε οτιδήποτε αφορούσε τη ζωή του. Εάν η μητέρα του ήταν αντίθετη σε κάτι, απλά δεν το έκανε. Δεν είχε όμως μία δεσποτική και περιοριστική μητέρα. Η ανάγκη αυτή ήταν δική του. Με τον τρόπο αυτό δεν έπαιρνε ποτέ τη ζωή στα χέρια του. Είχε στερήσει απ΄ τον εαυτό του το προνόμιο της προσωπικής επιλογής και είχε μετατραπεί σ’ ένα παθητικό και ενοχικό πλάσμα.


Η μητέρα του δεν έκανε ποτέ κάτι κακό. Έπρεπε να εργαστεί για να το συντηρήσει. Έπρεπε να λείπει. Το παιδί όμως, εκλάμβανε αυτή της τη συμπεριφορά σαν επανειλημμένη απόρριψη. «Η μαμά μου δε με αγαπά, μάλλον δεν είμαι και τόσο καλός για να μ αφήνει». Στη συνέχεια η υποσυνείδητη αυτή ερμηνεία μετατράπηκε σε μια ακόρεστη ανάγκη να γίνει αρεστός στη μητέρα του, να φτιάξει έτσι τη ζωή του ώστε η ίδια να είναι ευχαριστημένη.

Και όταν αργότερα του εξηγήθηκε το γεγονός, όταν ήταν πια σε θέση να το καταλάβει, τίποτα δεν άλλαξε. Αντιθέτως, οι ενοχές αυξήθηκαν -καθώς πια δεν ήταν μόνο ανεπαρκής για να αξίζει την αγάπη της μητέρας του, αλλά εξαιτίας του η τελευταία πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Για κείνον ήταν ο λόγος που η μητέρα του υπέφερε. Επομένως ένιωθε πως χρωστούσε σε αυτήν, χρωστούσε τη ζωή που δεν έζησε εξαιτίας του.

Σε αυτή την ιστορία, κανείς δεν έκανε κάτι κακό. Αν το παιδί αντιδρούσε ξεκάθαρα ίσως κάποιος του εξηγούσε πως «…δεν φταις εσύ, η μαμά σου σε αγαπά και πως θα γυρίσει ξανά για σένα…». Το παιδί όμως τα κρατούσε όλα μέσα του.

Είναι πολύ δύσκολο να ανατρέξει κανείς στο παρελθόν και να βρει τις πραγματικές αιτίες, για ποιο λόγο δεν είναι σήμερα ευτυχισμένος, για ποιο λόγο υπονομεύει σε κάθε ευκαιρία τον εαυτό του. Σίγουρα έχει κάποια αξία να προσπαθήσει. Καμιά φορά αρκεί να βιώσει κανείς όλα εκείνα τα συναισθήματα που απώθησε, τη θλίψη, το θυμό, την απελπισία, έστω και ετεροχρονισμένα. Να τ’ αναγνωρίσει κι έπειτα να τα αξιολογήσει υπό το πρίσμα της λογικής και της πραγματικότητας. Να αγαπήσει τον εαυτό του.

Μαργαριτίδου Εύη, Δικηγόρος
Loading...

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΡΘΡΑ

featuredpost/ΖΩΔΙΑ,ΓΥΝΑΙΚΑ

ΣΑΣ ΣΥΝΙΣΤΟΥΜΕ

featuredpost/ΔΙΑΦΟΡΑ,LIFESTYLE
Από το Blogger.